Ο όρος ειδικές μαθησιακές δυσκολίες χρησιμοποιείται για να καλύψει μια σειρά δυσκολιών που συνδέονται με τη μάθηση. Πολλοί άνθρωποι χρησιμοποιούν αυτόν τον όρο ως συνώνυμο της δυσλεξίας, όμως στη πραγματικότητα η δυσλεξία είναι μία μόνο από τις ειδικές μαθησιακές δυσκολίες.

Ουσιαστικά, είναι ένας ορισμός «ομπρέλα» κάτω από την οποία μπαίνουν δυσκολίες, όπως η δυσλεξία που προαναφέραμε, η δυσγραφία, η δυσπραξία, η δυσαριθμισία, η δυσορθογραφία, η ελλειμματική προσοχή και υπερκινητικότητα, ακόμα και ο αυτισμός.

Για να το εξηγήσουμε πιο απλά, ο όρος «ειδική μαθησιακή δυσκολία» χρησιμοποιείται για να περιγράψει εγγενείς διαταραχές, οι οποίες δυσκολεύουν τη μαθησιακή διαδικασία. Αυτές οι διαταραχές μπορεί να αφορούν σε ένα μόνο γνωστικό ή λειτουργικό τομέα, ή περισσότερους. Για παράδειγμα, η δυσγραφία αναφέρεται στη δυσκολία συντονισμού των κινήσεων που απαιτούνται για τη γραφή, ενώ η δυσλεξία περιλαμβάνει ελλείμματα σε πολλές γνωστικές και λειτουργικές δυσκολίες, όπως η μνήμη, η ακουστική και οπτική επεξεργασία, ο προσανατολισμός στο χώρο και στο χρόνο, κ.α..

Συνοψίζοντας λοιπόν, όταν μιλάμε για ειδικές μαθησιακές δυσκολίες μιλάμε για γνωστικά και λειτουργικά ελλείμματα με τα οποία κάποιος έχει γεννηθεί και που δυσκολεύουν αυτό το άτομο στη διαδικασία της μάθησης.

Συχνά, τα ίδια συμπτώματα των ειδικών Μαθησιακών Δυσκολιών (λάθη στο γραπτό λόγο, δυσκολία στην έκφραση, συναισθηματικές δυσκολίες, κλπ.), τα συναντάμε και στην περίπτωση των γενικευμένων μαθησιακών δυσκολιών.

Η διαφορά μεταξύ ειδικών και γενικευμένων Μαθησιακών Δυσκολιών είναι απλή. Στη δεύτερη περίπτωση το άτομο εμφανίζει δυσκολίες στη μάθηση ως δευτερογενές σύμπτωμα εξαιτίας κάποιας άλλης δυσκολίας ή ήδη υπάρχουσας διαταραχής.

Ένα εύκολο και συχνό παράδειγμα είναι η περίπτωση Μαθησιακών Δυσκολιών εξαιτίας του οικογενειακού ή του εκπαιδευτικού περιβάλλοντος (η οικογένεια ή το σχολείο/ο δάσκαλος δε βοηθούν και δεν υποστηρίζουν το μαθητή κατά την εκπαιδευτική διαδικασία). Σε αυτήν την περίπτωση, ο μαθητής εμφανίζει χαμηλές επιδόσεις στο σχολείο, χωρίς όμως να έχουμε διάγνωση δυσλεξίας, δυσορθογραφίας ή άλλης εγγενούς διαταραχής. Αντίστοιχα, μπορούμε να διαπιστώσουμε δυσκολία επικοινωνίας και κοινωνικής συναναστροφής σε ένα νήπιο που δεν έχει βγει ποτέ από το οικογενειακό περιβάλλον, χωρίς όμως τη διάγνωση διαταραχής αυτιστικού φάσματος.

Και οι δύο κατηγορίες μαθησιακών δυσκολιών έχουν το ίδιο αποτέλεσμα στη μαθησιακή πορεία ενός ατόμου και γι’ αυτό η έγκαιρη διάγνωσή τους είναι ιδιαίτερα σημαντική. Επίσης, πολύ σημαντική είναι η ψυχολογική στήριξη αυτών των ατόμων, καθώς πολλές φορές έχουν βιώσει επανειλημμένα την αποτυχία μέσα στην τάξη, καθώς και της οικογένειάς τους, η οποία μπορεί να έχει «χρεωθεί» τη δυσκολία ή ακόμα και την αποτυχία του παιδιού ή ακόμα κάποιο άλλο μέλος να αντιμετώπιζε/αντιμετωπίζει παρόμοιες δυσκολίες. Επίσης, δε θα πρέπει να ξεχνάμε τη συνεργασία με το δάσκαλο της τάξης, καθώς οποιοδήποτε εξατομικευμένο, ειδικό, μαθησιακό πρόγραμμα δε μπορεί να θεωρηθεί απολύτως επιτυχημένο αν δε βρίσκει εφαρμογή στο καθημερινό σχολικό περιβάλλον του μαθητή.

Τέλος, είναι πολύ σημαντικό να γνωρίζουμε πως δεν υπάρχει «θεραπεία»! Μιλάμε για προγράμματα παρέμβασης τα οποία μαθαίνουν το μαθητή να διαχειρίζεται τις δυσκολίες του και να αναπτύσσει εναλλακτικούς τρόπους μάθησης σύμφωνα με τις ικανότητές του, καθώς και να καλλιεργεί δεξιότητες στις οποίες δυσκολεύεται, με διαφορετικό ρυθμό και τεχνικές.

Visit Us On FacebookVisit Us On Twitter